Χωρίς απολογία

στις

Κυριακή βράδυ. Δευτέρα πιά με το τυπικό των δεικτών του ρολογιού.

Και οι συζητήσεις με τους παλιούς συμφοιτητές ανέδειξαν ένα ερώτημα που το βρίσκω καίριο.

Πέρα απο το τί έγινε, το πότε, το πού και πώς.

Υπάρχει (και πρίν και μετά) πάντα ένα γιατί;

Γιατί ένα ικανό κομμάτι του λαού ποντάρει στο μηδέν, ποιά είναι η δύναμη που ηδονίζει τις αισθήσεις να αναζητούν το απροκάλυπτο ψεύδος, την χυδαία συμπεριφορά, το βάθος του πιο ρηχού λόγου, την πιο ανεπανάληπτη τιποτολογία;

Νομίζω πως έχω μια απαντηση.

Το λένε φόβο.

Ο φόβος να βρεθείς απέναντι σε κάτι όχι και τόσο κολακευτικό που είσαι εσύ ο ίδιος.

Αν όμως υπάρχουν και άλλοι σαν και σένα αυτό σημαίνει πως ίσως και να μην είναι τόσο δραματικό να ζείς μια ζωή μόνο με διαρκώς ικανοποιούμενα θέλω.  Δίχως κανένα αγώνα, χωρις να μπορείς να στηρίξεις κανένα λάφυρο.

Και αν υπάρχουν και άλλοι σαν και σένα που έφτασαν πιο ψηλά ίσως να μην χρειάζεται να δικαιολογήσεις το πως έφτασες χωρίς να το αξίζεις ως τα μισά του δρόμου.

Μπορεις να λές ότι θές και να εννοείς ό,τι βολεύει, να κάνεις ό,τι θές, να κρίνεις χωρίς να κρινεσαι.

Να υποκρίνεσαι…

Οτι δεν άκουσες ποτέ πως ο Σωκράτης ήπιε το κώνειο. Και ας το ξέρεις και ας χασκογελάς με τους ομοίους σου τώρα που έμαθες πως θα γίνει να σιωπήσει και η επόμενη ενοχλητική φωνή.

Τώρα δεν φοβάσαι τίποτα.

Έτσι και αλλιώς συνείδηση ποτέ δεν είχες.

Εσύ λοιπόν, τι έχεις να χάσεις;

Advertisements